Σε «θρίλερ» για γερά νεύρα για εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες έχει εξελιχθεί το ζήτημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο. Την περίοδο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η χορήγηση στεγαστικών δανείων σε ελβετικό φράγκο αυξανόταν διαρκώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω των χαμηλών επιτοκίων και της σταθερής ισοτιμίας του νομίσματος αυτού με το ευρώ και τα άλλα εθνικά νομίσματα των κρατών-μελών της Ένωσης.

Ωστόσο, λόγω της μακράς ύφεσης που ακολούθησε την κρίση, η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου υποχώρησε και τα οφειλόμενα ποσά αυξήθηκαν αντιστοίχως. Oι δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο βρίσκονται εγκλωβισμένοι στη ρήτρα της αποπληρωμής του δανείου τους με βάση την ισοτιμία του ελβετικού φράγκου.

Πρόκειται για περισσότερους από 200.000 πολίτες, έχουν προσφύγει στη Δικαιοσύνη με την ελπίδα να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους και να καταφέρουν να βγουν κάποια στιγμή από το «τούνελ».

Στην Ελλάδα δεν προχωρούν οι διαδικασίες για την ικανοποίηση των αιτημάτων των χιλιάδων οφειλετών που αγωνιούν για το τι μέλλει γενέσθαι με το δάνειό τους.

Ο δικηγόρος και διαμεσολαβητής Αστικών & Εμπορικών Υποθέσεων, Στρατής Νικολακέας σε συνέντευξη στον «ΟΤ», εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος ώστε να βρεθεί λύση για τους όσους έχουν συνάψει δάνειο με ελβετικό φράγκο, ενώ επισημαίνει ότι οι δανειολήπτες έχουν και άλλες τρεις διεξόδους.

1. Πόσο έχει προχωρήσει η δικαστική διαδικασία για την αποζημίωση των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο που υπέστησαν ζημιά στην κρίση;

Η δικαστική διαδικασία για την αποζημίωση των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο δεν έχει προχωρήσει από το έτος 2019. Ο λόγος είναι ότι τότε εκδόθηκε η υπ. αριθμ. 4/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε το αίτημα των δανειοληπτών να υπολογίζονται τα ποσά των δόσεων που καλούνται να καταβάλλουν μηνιαίως σε ευρώ, με βάση την ισοτιμία ευρώ και ελβετικού φράγκου (1-1,67) που ίσχυε κατά τον χρόνο της  εκταμίευσης του δανείου τους, ήτοι το 2006-2009, και όχι με βάση εκείνη που ισχύει κατά τον χρόνο καταβολής της εκάστοτε δόσης (σήμερα 1-0,93).

Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας αποφάνθηκε ότι ο Γενικός Όρος των Συναλλαγών που εμπεριεχόταν σε σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου σε ελβετικό φράγκο της Eurobank και προέβλεπε ότι «οι δόσεις  που υποχρεούται να καταβάλλει ο δανειολήπτης στην τράπεζα, καταβάλλονται είτε σε ευρώ είτε σε ξένο νόμισμα και υπολογίζονται με βάση την τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος την ημέρα της καταβολής της εκάστοτε δόσης» όφειλε να εφαρμοστεί από τους υπογράφοντες, καθώς ήταν απολύτως έγκυρος!

Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η επίμαχη ρήτρα επαναλαμβάνει επί της ουσίας την διάταξη του άρθρου 291 Αστικού Κώδικα, η οποία δίνει το δικαίωμα, σε όσους υπέχουν χρηματικές οφειλές σε ξένο νόμισμα, εάν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό,  να αποπληρώνουν τις δόσεις που τους αναλογούν   σε   εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος κατά τον χρόνο της αποπληρωμής. Επομένως, κατά τον Άρειο Πάγο,  δεν υπόκειται καν σε δικαστικό έλεγχο, καθώς αποκλείεται μία νομοθετική επιλογή να είναι καταχρηστική! Για να θεμελιώσει δε νομικά τα όσα εκτέθηκαν, το δικαστήριο βασίστηκε στο άρθρο 1 παρ.2 της Οδηγίας 93/13, σύμφωνα με το οποίο εξαιρούνται από τον δικαστικό έλεγχο καταχρηστικότητας οι Γενικοί Όροι των Συναλλαγών που απηχούν διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενό τους ή το πεδίο εφαρμογής τους.

Συμπληρωματικά, το Δικαστήριο δήλωσε ότι η εν λόγω ρήτρα δεν φέρει καταχρηστικό χαρακτήρα ούτε δε πάσχει από αοριστία, με δεδομένο ότι η δόση που πρέπει να καταβληθεί τελικά από τον δανειολήπτη, μπορεί να υπολογιστεί με απλά μαθηματικά (!). Προς επίρρωση δε του ανωτέρω καταφανώς έωλου ισχυρισμού, το Δικαστήριο τόνισε ότι η τρέχουσα τιμή πώλησης συναλλάγματος, επί τη βάσει της οποίας καθορίζεται η δόση που καταβάλλουν κάθε μήνα οι δανειολήπτες, αποτελεί πληροφορία προσπελάσιμη στους καταναλωτές καθώς αναγράφεται στο ημερήσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, και έτσι οι ίδιοι μπορούν ευχερώς να υπολογίσουν τα ποσά των δόσεων που οφείλουν να καταβάλλουν μηνιαίως στην εκάστοτε πιστώτρια.

Η όλη επιχειρηματολογία του Αρείου Πάγου πάσχει. Αρχικά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι,  η διάταξη της Οδηγίας στην οποία στηρίχθηκε η απόφαση της Ολομέλειας δεν έχει μεταφερθεί στην ελληνική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, οφείλουμε  να αποσαφηνίσουμε ότι η Οδηγία 93/13  είναι «ελάχιστης εναρμόνισης». Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ίδια ορίζει ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας που θα πρέπει να παρέχεται στους καταναλωτές και ότι κατά τα λοιπά δίνει το δικαίωμα στα κράτη μέλη να αποκλίνουν από αυτή, και να  μη εισαγάγουν διατάξεις της,  όταν οι τελευταίες περιαγάγουν τους καταναλωτές σε δυσμενέστερη θέση εν συγκρίσει με αυτή που κατέχουν στο εθνικό δίκαιο.  Έτσι, ο Έλληνας νομοθέτης, συνειδητά και σκόπιμα παρέλειψε να εισαγάγει στον νόμο για την προστασία των καταναλωτών 2251/1994,  την διάταξη της οδηγίας 93/13 που απαγορεύει τον δικαστικό έλεγχο των ρητρών που επαναλαμβάνουν διατάξεις του εθνικού δικαίου, επιθυμώντας να διασφαλίσει ότι και αυτές θα ελέγχονται.  Και πράγματι, στην περίπτωση που εξετάζουμε είναι επιβεβλημένος ο δικαστικός έλεγχος των συγκεκριμένων ρητρών καθώς η εφαρμογή τους οδήγησε τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο στο απόλυτο οικονομικό αδιέξοδο και τους κατέστησε άξιους προστασίας.

Για να διαφανεί δε ειδικότερα η θέση στην οποία βρέθηκαν οι συγκεκριμένοι δανειολήπτες αρκεί να σκεφτούμε το ακόλουθο: Εάν το έτος 2006, οπότε η ισοτιμία των δύο νομισμάτων ήταν 1 ευρώ ίσο με 1,67 ελβετικά φράγκα, ένας δανειολήπτης εκταμίευε στεγαστικό δάνειο ύψους 167.000 ελβετικών φράγκων, το κεφάλαιο που όφειλε να αποδώσει στην πιστοδότρια τράπεζα, κατά την λήξη του δανείου του, αντιστοιχούσε το συνολικό ποσό των (167.000 CHF/1,67=) 100.000 ευρώ. Σήμερα, όπου η ισοτιμία μεταβλήθηκε στο 1 ευρώ ίσο με 0,93 ελβετικά φράγκα, ο ίδιος δανειολήπτης οφείλει να αποδώσει ποσό (167.000 CHF/0,93 =)179. 569 ευρώ, ήτοι 79.000 ευρώ περισσότερα από την αρχική οφειλή του!

Ωστόσο, παρά τις νομικές πλημμέλειες και τον εξόφθαλμα άδικο χαρακτήρα της παραπάνω κρίσης του Αρείου Πάγου, η απόφαση της Ολομέλειας δεσμεύει τα ελληνικά δικαστήρια, καθώς θεωρείται οιονεί νόμος. Έτσι, από το 2019 μέχρι και σήμερα η συντριπτική πλειονότητα των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων ευθυγραμμίζεται πλήρως με την απόφαση του Αρείου Πάγου και απορρίπτει τις αγωγές και τις εφέσεις που επιλαμβάνεται, αιτιολογώντας την αποφατική της κρίση, με τα επιχειρήματα της Ολομέλειας. Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες,  σήμερα εκκρεμούν και άλλες αναιρέσεις κατά άλλων τραπεζών, οι οποίες αναμένεται να συζητηθούν το 2025. Μία ενδεχόμενη μεταστροφή της νομολογίας του Αρείου Πάγου, κατά την εκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων, θα σηματοδοτούσε την δικαίωση χιλιάδων δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο!

2. Τι σημαίνει η απόφαση της ΒΝP Paribas να αποζημιώσει τους πελάτες της για τους Έλληνες δανειολήπτες;

Η απόφαση αυτή στην πραγματικότητα δεν σημαίνει τίποτα για τους Έλληνες δανειολήπτες, καθώς το γαλλικό δίκαιο δεν έχει εφαρμογή στην ελληνική έννομη τάξη.

Μόνο εάν ο Άρειος Πάγος, αποστείλει, ως οφείλει, προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφεξής καλούμενο Δ.Ε.Ε, θα βελτιωθεί ουσιαστικά η θέση των Ελλήνων δανειοληπτών, καθώς, το Δ.Ε.Ε., όπως φάνηκε και με την περίπτωση της Γαλλίας, έχει  ταχθεί υπέρ των οφειλετών, και υποχρεώνει τα εθνικά δικαστήρια να συμμορφώνονται με τις γραμμές και τις κατευθύνσεις του.

3. Πόσες αποφάσεις λιμνάζουν στα εθνικά δικαστήρια;

Ο αριθμός των υποθέσεων που λιμνάζουν στα εθνικά δικαστήρια παραμένει άγνωστος. Αρχικά, οι αγωγές που κατατίθενται ενώπιον των κατά τόπον αρμόδιων Πολυμελών Πρωτοδικείων λαμβάνουν πολύ μακρινές δικασίμους, οι οποίες μπορεί να εκτείνονται και σε χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία της κατάθεσης των δικογράφων.

Ακόμη, πολλοί δανειολήπτες επιλέγουν να εφεσιβάλλουν τις αποφάσεις που απέρριψαν τις αγωγές τους και εν συνεχεία να μην προβαίνουν στις απαιτούμενες ενέργειες για να λάβουν οι εφέσεις τους συγκεκριμένη ημερομηνία δικασίμου, αναμένοντας κάποια νομολογιακή εξέλιξη που θα τους ευνοήσει. Ευελπιστούμε να υπάρξει σύντομα μεταστροφή της νομολογίας και να δούμε όλες αυτές τις υποθέσεις να εκδικάζονται και να έχουν επιτέλους θετική έκβαση για τους δανειολήπτες.

4. Πόσο αισιόδοξος είστε ότι θα βρεθεί λύση;

Θα έλεγα ότι παραμένω συγκρατημένα αισιόδοξος. Η  ελληνική έννομη τάξη, διαθέτει όλα τα νομικά όπλα, προκειμένου να προστατεύσει τους συγκεκριμένους οφειλέτες. Για να γίνω σαφέστερος, η περίπτωση των δανειοληπτών σε ελβετικό φράγκο αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σύμβασης,  στην οποία εμφανίζεται προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής (δάνειο) και αντιπαροχής (επιστρεπτέο κεφάλαιο), οφειλόμενη σε έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους και δη στην ραγδαία μεταβολή της ισοτιμίας ευρώ και ελβετικού φράγκου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 388 Αστικού Κώδικα, είναι επιβεβλημένη η αναπροσαρμογή της σύμβασης με τρόπο που θα οδηγεί στην εξισορρόπηση της σχέσης των συμβαλλομένων. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι με βάση αυτή και μόνο την διάταξη θα μπορούσε να δοθεί από τα Δικαστήρια η λύση να υπολογίζονται οι δόσεις που θα καταβάλλουν οι εν λόγω δανειολήπτες, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο εκταμίευσης των δανείων τους και όχι με βάση την τρέχουσα ισοτιμία, η οποία, όπως αποδείχθηκε, ανατρέπει παντελώς την δίκαιη ισορροπία των εκατέρωθεν παροχών.

Επιπλέον, οι ρήτρες των εν λόγω δανείων είναι παντελώς  αδιαφανείς ως προς τις συνέπειές τους και συγκεκριμένα ως προς την οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται για τον εκάστοτε δανειολήπτη η μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ως εκ τούτου, τυγχάνουν ακυρωτέες, λόγω καταφανούς αοριστίας. Τέλος,  δέον να σημειωθεί ότι η εφαρμογή των επίμαχων ρητρών διέψευσε παντελώς τις εύλογες προσδοκίες των δανειοληπτών και τους οδήγησε στο παντελώς ανορθόδοξο και άδικο αποτέλεσμα να δουν τις οφειλές τους, αντί με την πάροδο των ετών, να μειώνονται, να αυξάνονται και μάλιστα συχνά σε δυσθεώρητα επίπεδα! Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι οι όροι που οδηγούν σε μία τόσο άδικη και αδιέξοδη κατάσταση αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη και στην καλή πίστη και είναι, σύμφωνα με το άρθρο 178 του Αστικού μας Κώδικα, παντελώς άκυροι.Τα παραπάνω, μπορούν να προβληθούν ενώπιον των Πολυμελών Πρωτοδικείων της Χώρας με συλλογικές αγωγές, ασκούμενες από Ενώσεις Καταναλωτών. Φιλοδοξούμε ότι μέχρι να εκδικαστούν οι ως άνω αγωγές, ο Άρειος Πάγος, ακολουθώντας τον θεσμικό του ρόλο, θα έχει αποστείλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ και θα δρα, πλέον, με τρόπο που θα προστατεύει τους δανειολήπτες και δεν θα επιτρέπει στις εκάστοτε τράπεζες να κερδοσκοπούν εις βάρος τους.

Τέλος, πέρα από την δικαστική οδό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι δανειολήπτες έχουν και άλλες τρεις διεξόδους.

Αρχικά, μία λύση που μπορεί να επιφέρει θετικά αποτελέσματα στους εν λόγω οφειλέτες είναι η εξωδικαστική διαπραγμάτευση των οφειλών τους απευθείας με τις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων, στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί οι τελευταίες. Έχουμε διαπιστώσει ότι οι συγκεκριμένες Εταιρείες, προβαίνουν σε σημαντικές απομειώσεις των εν λόγω οφειλών, διότι αντιλαμβάνονται ότι τα ποσά που εμφανίζονται να οφείλουν αυτή την στιγμή οι δανειολήπτες είναι πλασματικά και ουδεμία σχέση έχουν με τις πιστώσεις που αρχικώς ανέλαβαν.

Επιπλέον, ένας οφειλέτης μπορεί να επιχειρήσει την υπαγωγή του στην πλατφόρμα του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, διαδικασία που σήμερα μπορεί να μειώσει την μηνιαία δόση του δανειολήπτη κατά 28%  καθώς και να διαγράψει ένα σημαντικό μέρος του ανεξόφλητου υπολοίπου του.

Τέλος, εάν ένας οφειλέτης απορρίφθηκε από τον νόμο 3869/2010, γνωστό και ως Νόμο Κατσέλη, παρότι πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις, δύναται να προσβάλλει την σχετική απόφαση με έφεση, η οποία έχει βάσιμες πιθανότητες να ευδοκιμήσει. Πράγματι, κατά παγίως πλέον αποκρυσταλλωμένη νομολογιακή αρχή, η αδυναμία εξυπηρέτησης ενός δανείου σε ελβετικό φράγκο συνιστά περίπτωση περιέλευσης του οφειλέτη σε καθεστώς μόνιμης και ανυπαίτιας αδυναμίας πληρωμών, και του δίνει το δικαίωμα να προβεί σε δικαστική αναδιάρθρωση των οφειλών του, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Πηγή: ΟΤ