Με επιτυχία πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες του 3ου Συνεδρίου Βιοηθικής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με θέμα την «Ευθανασία», που ξεκίνησε στο Ρέθυμνο, στην Κεντρική Αίθουσα του Συνεδριακού Κέντρου της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου «ΘΕΟΜΗΤΩΡ» την Παρασκευή και ολοκληρώθηκε στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Βωσάκου, στην οποία την Κυριακή 26 Οκτωβρίου τελέστηκε Θεία Λειτουργία ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Μακαρίου και στην συνέχεια, έγινε η καταληκτήρια συνεδρία κατά την οποία καταγράφηκαν τα πορίσματα του Συνεδρίου, τα οποία και θα δημοσιευθούν.

Στην Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Βωσάκου ο παν. Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Παναγιωτάκης υποδέχτηκε τους συνέδρους και πρόσφερε σε όλους αβραμιαία φιλοξενία ενώ χαιρετισμό απεύθηναν και αναφέρθηκαν στο θέμα του συνεδρίου ο δήμαρχος Μυλοποτάμου Γεώργιος Κλάδος, ο δήμαρχος Ανωγείων Σωκράτης Κεφαλογιάννης και ο αντιδήμαρχος Ηρακλείου Γιώργος Αγριμανάκης, ενώ παρευρέθηκε και ο πρώην υπαρχηγός της ΕΛΑΣ Ανδρέας Δασκαλάκης.


Να σημειωθεί πως σε πανηγυρική ατμόσφαιρα, με την παρουσία του Εκπροσώπου της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ. Μακαρίου, των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου κ. Προδρόμου, Ν. Ζηλανδίας κ. Μύρωνος και Πέτρας και Χερρονήσου κ. Γερασίμου, αλλά και των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Μελβούρνης κ. Κυριακού και Καμπέρας κ. Αθηναγόρου, εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας, και Κνωσού κ. Μεθοδίου, εκ της Εκκλησίας Κρήτης. Επίσης, των Εντιμοτάτων Αρχόντων του τόπου, του Περιφερειάρχου Κρήτης Εντιμολογιωτάτου Άρχοντος Εξάρχου της Μεγάλης Εκκλησίας κ. Σταύρου Αρναουτάκη, της Ευγενεστάτης κυρίας Μαρίας Λιονή, Αντιπεριφερειάρχου Κρήτης, του Δημάρχου Ρεθύμνης κ. Γεωργίου Μαρινάκη, του Δημάρχου Μυλοποτάμου κ. Γεωργίου Κλάδου, Αντιδημάρχων, των επικεφαλής των Στρατιωτικών και Αστυνομικών Αρχών και του Πυροσβεστικού Σώματος, του Ελλογιμωτάτου Κοσμήτορος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Καθηγητού κ. Εμμανουήλ Καραγεωργούδη, μελών της Ακαδημαϊκής και επιστημονικής Κοινότητας, κληρικών, μοναστικών αδελφοτήτων και πολυπληθούς ακροατηρίου, ξεκίνησαν οι εργασίες του 3ου Συνεδρίου Βιοηθικής του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με θέμα την «Ευθανασία». Τον Αγιασμό τέλεσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πέτρας και Χερρονήσου κ. Γεράσιμος και της πανηγυρικής εναρκτήριας συνεδρίας προήδρευσε υποδειγματικά ο Ελλογιμώτατος κ. Κοσμήτορας.
Τα πορίσματα
Η διοργάνωση του παρόντος Συνεδρίου διατρανώνει το συνεχές ενδιαφέρον της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας για τα οριακά ζητήματα της υπάρξεως και τα συναφή ανθρωπολογικά, ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που εγείρονται και, παράλληλα, δηλώνει την επιθυμία της Μητρός Εκκλησίας για συμμετοχή στον διάλογο με τις ανθρωπιστικές και τις θετικές Επιστήμες. Σε αυτήν την προοπτική κινήθηκαν οι εισηγήσεις των εγκρίτων ομιλητών και οι γόνιμες σχετικές συζητήσεις. Ακολούθως, προτείνονται για περαιτέρω προβληματισμό και συζήτηση τα ακόλουθα πορίσματα:
- Η ευθανασία είναι ένα από τα πιο λεπτά και σύνθετα σύγχρονα ζητήματα, που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κοινωνίες μας. Είναι αδιανόητο η Εκκλησία να μη συμμετέχει στη συζήτηση για το μεγάλο αυτό υπαρξιακό ερώτημα, εκφράζοντας με ενάργεια την Ευαγγελική αλήθεια και την Πατερική διδασκαλία για τον επίγειο και τον αιώνιο προορισμό του ανθρώπου και αναδεικνύοντας τον αδιαπραγμάτευτο χαρακτήρα του απολύτου σεβασμού της ανθρώπινης ζωής. Σε αυτήν την προοπτική είναι απαραίτητος ο ειλικρινής διάλογος της Εκκλησίας με την ιατρική επιστήμη.
- Η ζωή και η προοπτική της κατά χάριν θεώσεως είναι υπέρτατο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Η επιθυμία της κατάκτησης της αθανασίας, με έναν τρόπο που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και διαρρηγνύει τη σχέση μαζί Του, είναι απότοκο της Πτώσης, με συνέπεια όχι την ποθούμενη αθανασία, αλλά τη φθορά και τον θάνατο. Υπαρκτική πληρότητα και ζωή σημαίνουν κοινωνία και ένωση με τον Τριαδικό Θεό και όχι αυτονόμηση και απομάκρυνση από Αυτόν. Η ευθανασία δεν μπορεί να οδηγήσει στην εν Χριστώ αθανασία.
- Η ευθανασία κατανοείται, από τους συγχρόνους θιασώτες του ακραίου αυτονομισμού, ως έσχατη έκφραση της ελευθερίας τους. Όμως, ναι στην ευθανασία σημαίνει υποδούλωση στη ματαιότητα της θνητότητας, αντιμετώπιση του ανθρώπου μόνον ως βιολογική και πεπερασμένη ύπαρξη και άρνηση της δυνατότητας μετοχής σε ένα καινούργιο τρόπο του είναι, που προσφέρεται διά της Αναστάσεως, απόρριψη, εν τέλει, του ίδιου του απολυτρωτικού έργου του Κυρίου και των ευεργετημάτων του. Όταν ο άνθρωπος κατανοεί τον εαυτό του απλώς ως “άνθρωπο”, ανεξάρτητα από τη διάσταση του Υπερβατικού, στερείται των δημιουργικών υπαρκτικών δυνατοτήτων του. Κατ’ ουσίαν, το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη τον Θεό και ότι είναι «Θεού χωρητικός», αποτελεί την μεγίστη τελειότητά του.
- Η θέση της Εκκλησίας στο θέμα της ευθανασίας μπορεί να κατανοηθεί ορθώς στη συνάφεια της χριστιανικής θεολογίας της ελευθερίας. Τίποτε, σε θεολογική προοπτική, δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί χωρίς αναφορά στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό ή, προσφυέστερα, στη σχέση του Θεού με εμάς. Ο άνθρωπος δεν είναι αντικείμενο πειραματισμών, έχει θεία προέλευση, και η ζωή του έχει αμετακίνητη κατεύθυνση και εσχατολογικό προσανατολισμό. Στην ανίατη ασθένεια, στην γεροντική άνοια, στην βαριά αναπηρία ενυπάρχει η αγάπη του Θεού, η οποία υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική και τον αναφέρει, πέρα από την φθορά, στον αιώνιο προορισμό του. Η αξιοπρέπεια είναι ένα οντολογικώς αναφαίρετο χαρακτηριστικό του ανθρωπίνου προσώπου. Η θεολογία μας, και ενώπιον του ζητήματος της ευθανασίας, οφείλει να αναδεικνύει το υπαρξιακό περιεχόμενο και το νόημα της εν Χριστώ ελευθερίας και την αλήθεια ότι χωρίς κοινωνία με τον Θεό της αγάπης, ο άνθρωπος αδυνατεί να διαχειριστεί το αναπότρεπτο του θανάτου, χωρίς να απωλέσει τη σωτηριολογική του προοπτική. Δεν υπάρχει αυθεντική ελευθερία ως απόλυτη αυτεξουσιότητα για τον πλασθέντα κατ᾽ εικόνα Θεού άνθρωπο.
- Με την πρακτική της «υποβοηθούμενης αυτοκτονίας» προβάλλεται το πρότυπο του αυτονομημένου ανθρώπου, ο οποίος δεν ανέχεται την ασθένεια, τη δοκιμασία και τον πόνο. Με τον τρόπο αυτό, κινδυνεύουμε να οικοδομήσουμε κοινωνίες συγκρουσιακές και ανάλγητες, χωρίς συμπόνια και φιλανθρωπία, οι οποίες διεκδικούν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο των μελών τους, θυματοποιώντας, κατ᾽ εξοχήν, τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, ενώ, παράλληλα, οδηγούμαστε σε ένα περιβάλλον Τεχνο-ολοκληρωτισμού, που απομειώνει την αξία του ανθρωπίνου προσώπου.
- Η Εκκλησία επευλογεί όποιον επιθυμεί να εξαντλήσει όλα τα μέσα που διαθέτει η ιατρική επιστήμη προκειμένου να παρατείνει τη ζωή του, ακόμη και στο τελικό στάδιο. Παράλληλα όμως, και έχοντας το πρότυπο του συγχρόνου Αγίου Παϊσίου, κατανοεί όποιον δεν επιθυμεί να παρατείνει τη διαδικασία του θανάτου του και να επιτείνει την οδύνη στο τελικό στάδιο.
- Οι σύγχρονες τάσεις για αποδοχή της «εκούσιας ευθανασίας» ευνοούν την άσκηση πίεσης προς τους ασθενείς να επιδιώξουν την επίσπευση του τέλους τους, οδηγούν στον κλονισμό της σχέσης ιατρού-ασθενούς και παραθεωρούν την ισχύ της εντολής «ου φονεύσεις». Μέσα σε αυτό το πνεύμα δεν γίνεται αποδεκτή από την Ορθόδοξη θεολογία η εφαρμογή της ευθανασίας για τους ψυχικώς νοσούντας ασθενείς και για τα άτομα με ειδικές ανάγκες.
- Η σύγχρονη μαζική διείσδυση της τεχνολογίας στον χώρο της υγείας προήγαγε την θεραπευτική διάσταση της ιατρικής, και έδωσε νέα προοπτική στην ανακουφιστική φροντίδα για τον πάσχοντα. Η Εκκλησία ενθαρρύνει τη δημιουργία Κέντρων ανακουφιστικής φροντίδας, και, παράλληλα, προτρέπει τον καθένα από εμάς να προσφέρει χρόνο και ενέργεια για την φροντίδα των ασθενών στο σπίτι τους. Με τον τρόπο αυτό οι ασθενείς εντάσσονται σε ένα περιβάλλον αλληλεγγύης, νιώθουν αγαπητοί, αποδεκτοί και πολύτιμοι, ενώ διανύουν με αισθήματα σιγουριάς και ασφάλειας το υπόλοιπο της ζωής τους. Συναφώς, τονίζεται ότι η προσωποκεντρική ανακουφιστική φροντίδα, βελτιώνει την ποιότητα της ζωής, τη συναισθηματική πληρότητα και την αυτοεκτίμηση των ασθενών και οδηγεί στην ψυχική ενδυνάμωση και, τελικώς, απομακρύνει τη σκέψη και την επιθυμία για ευθανασία.
- Οι χριστιανικές θέσεις, και στο θέμα της ευθανασίας, οφείλουν να διατυπώνονται πάντοτε με ποιμαντική ευαισθησία και όχι με γενικεύσεις και νομικιστικό πνεύμα. Εκφράζεται η ευχή να αυξηθεί το ενδιαφέρον όλων μας για τους ανθρώπους τελικού σταδίου, με προτεραιότητα στα θέματα, που αφορούν στις οριακές καταστάσεις της ανθρώπινης ζωής. Στο πλαίσιο αυτής της μέριμνας, είναι πολύ σημαντικό να καλλιεργείται στον ασθενή η ελπίδα και η εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Η χριστιανική ποιμαντική φροντίδα ανοίγει στον άνθρωπο τον ορίζοντα της αιωνιότητας.
