Στα 2,30 ευρώ το λίτρο η βενζίνη και η αντλία γίνεται πλέον ο πιο ακριβός «λογαριασμός» της καθημερινότητας. Οι οδηγοί βάζουν όλο και λιγότερα καύσιμα, πληρώνουν όλο και περισσότερα και ακούν όλο και περισσότερες εξηγήσεις.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι πόσο ακόμη θα ανέβει η τιμή. Είναι ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της ακρίβειας.

Το σκηνικό στα πρατήρια είναι αποκαλυπτικό: το ρεζερβουάρ αδειάζει, το ποσό στην απόδειξη ανεβαίνει και ο οικογενειακός προϋπολογισμός δέχεται ένα ακόμη χτύπημα.

Και την ίδια ώρα, από την πλευρά της πολιτείας, επαναλαμβάνονται οι γνωστές αναφορές στις διεθνείς τιμές, στις γεωπολιτικές εξελίξεις, στους ελέγχους και στην ανάγκη «παρακολούθησης της αγοράς».

Μόνο που ο πολίτης δεν πληρώνει διεθνείς αναλύσεις. Πληρώνει βενζίνη. Και την πληρώνει πανάκριβα.

Όταν η αμόλυβδη ξεπερνά τα 2,30 ευρώ το λίτρο, δεν μιλάμε πλέον για μια απλή ανατίμηση. Μιλάμε για μια επιβάρυνση που περνά στο σύνολο της οικονομίας: στις μετακινήσεις, στις μεταφορές, στις επιχειρήσεις, στα προϊόντα, στις υπηρεσίες και τελικά στην ίδια την καθημερινότητα των νοικοκυριών.

Από τα 2 ευρώ στα 2,30 ευρώ – και ο κατήφορος συνεχίζεται
Η άνοδος της τιμής της βενζίνης δεν αφορά πλέον μόνο όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους για μεγάλες αποστάσεις.

Αφορά εργαζόμενους που πρέπει να μετακινηθούν, επαγγελματίες που πρέπει να κάνουν διαδρομές, οικογένειες που πηγαίνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και ηλικιωμένους που χρειάζονται πρόσβαση σε υπηρεσίες και γιατρούς.

Το αυτοκίνητο για πολλούς δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη.

Και όταν η ανάγκη αυτή κοστίζει ολοένα περισσότερο, η ακρίβεια μετατρέπεται σε καθημερινό φόρο στην ίδια τη μετακίνηση.

Οι «εύκολες» εξηγήσεις δεν φθηναίνουν τη βενζίνη
Κάθε φορά που ανεβαίνουν οι τιμές, η συζήτηση επιστρέφει στις διεθνείς αγορές και στο πετρέλαιο.

Οι διεθνείς εξελίξεις ασφαλώς επηρεάζουν την αγορά.

Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που παραμένει:

Πόσο από τα 2,30 ευρώ που πληρώνει ο καταναλωτής στην αντλία αφορά την πρώτη ύλη και πόσο αφορά φόρους, επιβαρύνσεις και την υπόλοιπη αλυσίδα διαμόρφωσης της τελικής τιμής;

Αυτό θέλει απάντηση με αριθμούς και στοιχεία — όχι με γενικόλογες διαβεβαιώσεις.

Ο πολίτης δεν ζητά θαύματα. Ζητά να μπορεί να γεμίσει το ρεζερβουάρ.
Η συζήτηση για τα καύσιμα έχει ξεφύγει πλέον από τα όρια της ενεργειακής αγοράς.

Έχει γίνει ζήτημα οικογενειακού προϋπολογισμού.

Γιατί όταν περισσότερα χρήματα πηγαίνουν στο πρατήριο, λιγότερα μένουν για το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τις υπόλοιπες ανάγκες.

Και κάπου εδώ τελειώνουν οι επικοινωνιακές διατυπώσεις.

Η αντλία δεν κάνει πολιτική. Δείχνει τι πληρώνει ο πολίτης.

Το κράτος πρέπει να δείξει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει
Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία και συγκεκριμένες παρεμβάσεις: τι μπορεί να μειώσει, πού μπορεί να ελέγξει την αγορά, πώς αντιμετωπίζονται φαινόμενα αισχροκέρδειας και ποια είναι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων.

Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν.

Γιατί όσο η τιμή ανεβαίνει, οι εξηγήσεις από μόνες τους δεν αρκούν.

Και η μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση δεν είναι να εξηγήσει γιατί ακριβαίνει η βενζίνη. Είναι να δείξει τι κάνει ώστε ο πολίτης να μην πληρώνει διαρκώς περισσότερο.

Γιατί στο τέλος της ημέρας υπάρχει ένας αριθμός που δεν χωρά επικοινωνιακή διαχείριση:

Η ΤΙΜΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΛΙΑ.
Και αυτή σήμερα γράφει πάνω από 2,30 ευρώ το λίτρο σε αρκετές περιοχές.

Ο λογαριασμός είναι πραγματικός.
Και τον πληρώνει ο πολίτης.