Η ακρίβεια δεν έχει τελειώσει. Και οι αριθμοί δείχνουν ότι η πίεση στις τιμές μπορεί να συνεχιστεί, πριν ακόμη ο καταναλωτής δει ολόκληρο το κόστος να περνά στο ράφι.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δημιουργούν ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 3,8% τον Αύγουστο του 2026, από 2,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ μόνο από τον Ιούλιο στον Αύγουστο οι τιμές αυξήθηκαν κατά 0,4%.
Όμως ο δείκτης που προκαλεί μεγαλύτερο ενδιαφέρον βρίσκεται πιο πίσω στην αλυσίδα παραγωγής.
Οι τιμές παραγωγού χτυπούν «καμπανάκι»
Ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία αυξήθηκε τον Αύγουστο κατά 14,9% σε ετήσια βάση.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στον ενεργειακό τομέα, όπου η ετήσια αύξηση έφτασε το 28,5%. Οι τιμές των ενδιάμεσων αγαθών αυξήθηκαν κατά 7,9%, ενώ στα μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά η άνοδος ήταν 1,4%.
Με απλά λόγια: το κόστος παραγωγής δεν έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, σε σημαντικά τμήματα της οικονομίας παραμένει υψηλό.
Και όταν αυξάνεται το κόστος παραγωγής, μεταφορών και ενέργειας, η πίεση αργά ή γρήγορα φτάνει στην τελική τιμή.
Και οι εισαγωγές ανεβάζουν το κόστος
Η εικόνα είχε ήδη γίνει εμφανής από τον Ιούλιο.
Ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία αυξήθηκε κατά 10% σε ετήσια βάση, ενώ μέσα σε έναν μόλις μήνα, από τον Ιούνιο στον Ιούλιο, κατέγραψε αύξηση 4,4%.
Αυτό σημαίνει ότι επιχειρήσεις που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες, ενέργεια ή άλλα βιομηχανικά προϊόντα αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος.
Το ερώτημα πλέον είναι πόσο από αυτό το κόστος θα απορροφηθεί από τις επιχειρήσεις και πόσο θα μετακυλιστεί στον καταναλωτή.
Το ράφι δεν αντιδρά αμέσως
Υπάρχει όμως μια σημαντική λεπτομέρεια.
Οι αυξήσεις στην παραγωγή δεν εμφανίζονται υποχρεωτικά την ίδια ημέρα στο σούπερ μάρκετ. Υπάρχουν αποθέματα, συμβόλαια, προσφορές, εμπορικές συμφωνίες και διαφορετικοί χρόνοι ανανέωσης των προϊόντων.
Γι' αυτό και οι δείκτες παραγωγού και εισαγωγών λειτουργούν ως προειδοποιητικά σήματα και όχι ως αυτόματη απόδειξη ότι όλα τα προϊόντα θα ακριβύνουν κατά το ίδιο ποσοστό.
Ήδη, πάντως, στην αγορά τροφίμων καταγράφονται μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία. Έρευνα του ΙΕΛΚΑ για τον Μάρτιο του 2026 είχε καταγράψει αυξήσεις σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, φρέσκα κρέατα και άλλες κατηγορίες, την ώρα που άλλες κατηγορίες παρουσίαζαν μειώσεις.
Ο καταναλωτής πληρώνει τον λογαριασμό
Το πρόβλημα για τα νοικοκυριά είναι ότι η ακρίβεια δεν έρχεται από έναν μόνο δρόμο.
Είναι συνδυασμός:
υψηλότερου κόστους ενέργειας,
ακριβότερων εισαγόμενων προϊόντων και πρώτων υλών,
αυξημένων βιομηχανικών τιμών,
μεταφορικού κόστους,
αυξημένου λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων,
και επίμονου πληθωρισμού.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών εξακολουθεί να δοκιμάζεται από το συνολικό κόστος διαβίωσης.
Το μεγάλο ερώτημα
Το κρίσιμο πλέον δεν είναι μόνο αν θα αυξηθούν οι τιμές.
Είναι πόσο, σε ποια προϊόντα και για πόσο χρονικό διάστημα.
Η ΕΛΣΤΑΤ έχει προγραμματίσει την ανακοίνωση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για τον Σεπτέμβριο στις 9 Οκτωβρίου 2026, ενώ στις 14 Οκτωβρίου αναμένεται και ο Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία για τον Αύγουστο.
Εκεί θα φανεί αν οι πιέσεις που καταγράφονται ήδη στην παραγωγή και στις εισαγωγές αρχίζουν να περνούν με μεγαλύτερη ένταση στην τελική κατανάλωση.
Γιατί τελικά, ο δείκτης μπορεί να γράφει έναν αριθμό.
Ο λογαριασμός όμως γράφεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.