Έκκληση για ενίσχυση της πολυμέρειας, μεγαλύτερο σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και αυστηρότερη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης απηύθυνε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, παρουσιάζοντας παράλληλα τις ελληνικές θέσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια, τη Μέση Ανατολή, την Τουρκία, το Κυπριακό, την Ουκρανία και το Σουδάν.

Ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι η Ελλάδα πλησιάζει στο τέλος της διετούς θητείας της στο Συμβούλιο Ασφαλείας και προετοιμάζεται να αναλάβει την Προεδρία του τον επόμενο μήνα, σε μια περίοδο που χαρακτήρισε «εξαιρετικά επικίνδυνη». Όπως τόνισε, η ανάγκη αναζωογόνησης της πολυμέρειας είναι σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ.

Κεντρική θέση στην ομιλία του είχε η θαλάσσια ασφάλεια. Ο Πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) επιτυχημένο παράδειγμα πολυμέρειας και το «δεσμευτικό νομικό πλαίσιο» για την ειρηνική επίλυση διαφορών. Προειδοποίησε, παράλληλα, ότι οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η πίεση σε στρατηγικές θαλάσσιες οδούς, από τα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα έως τον Ινδο-Ειρηνικό, απειλούν τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τις αγορές ενέργειας και την επισιτιστική ασφάλεια. Η Ελλάδα, ανέφερε, θα διατηρήσει τη θαλάσσια ασφάλεια ως «υψηλή προτεραιότητα» κατά την Προεδρία της στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

Παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως παράγοντα σταθερότητας, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε ότι η χώρα είναι «γεφυροποιός» και «δεν είναι ταραχοποιός», αναφερόμενος στις στρατηγικές συνεργασίες της στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τον Κόλπο.

Για τη Γάζα ζήτησε την αποτελεσματική εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου, τονίζοντας ότι η Χαμάς «δεν μπορεί να έχει κανέναν ρόλο» στο μέλλον της περιοχής και επαναλαμβάνοντας τη στήριξη της Ελλάδας στη λύση των δύο κρατών. Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για τη Δυτική Όχθη και τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης του Λιβάνου και της αποτροπής κενού ασφαλείας μετά τη λήξη της εντολής της UNIFIL. Για τη Συρία ζήτησε μια συμπεριληπτική χώρα, απαλλαγμένη από ξένες παρεμβάσεις, με αυξημένη προστασία των θρησκευτικών και εθνοτικών κοινοτήτων.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όπως είπε, η Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια επιδιώκει σταθερά τη βελτίωση των σχέσεων, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας. Επανέλαβε, ωστόσο, ότι η UNCLOS αποτελεί «το μόνο θεσμικό πλαίσιο» για την επίλυση της μοναδικής μακροχρόνιας ελληνοτουρκικής διαφοράς, δηλαδή την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και των ΑΟΖ. Τόνισε επίσης ότι ο διάλογος δεν μπορεί να συνυπάρχει με μονομερείς ενέργειες που αμφισβητούν τη διεθνή έννομη τάξη ή με απειλές πολέμου ως απάντηση στην άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων.

Για το Κυπριακό, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε στα 52 χρόνια από την τουρκική εισβολή και κατοχή, χαρακτηρίζοντας το ζήτημα «λυδία λίθο» για την αξιοπιστία του ΟΗΕ. Η Ελλάδα, υπογράμμισε, στηρίζει τις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα Αντόνιο Γκουτέρες για την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, με στόχο την επανένωση της Κύπρου, σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Για την Ουκρανία επανέλαβε τη στήριξη της Ελλάδας στο Κίεβο και καταδίκασε τις επιθέσεις κατά αμάχων και μη στρατιωτικών υποδομών. Τόνισε ότι η διπλωματία πρέπει να οδηγήσει σε άμεση κατάπαυση του πυρός και διαρκή ειρήνη στη βάση του Χάρτη του ΟΗΕ, με την Ουκρανία να έχει «αποφασιστικό λόγο για το μέλλον της» και την Ευρώπη παρούσα στις διαπραγματεύσεις. Για το Σουδάν ζήτησε τερματισμό των ξένων παρεμβάσεων, λογοδοσία για εγκλήματα πολέμου και μια αξιόπιστη πολιτική διαδικασία υπό σουδανική ιδιοκτησία.

Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε ακόμη στην οικονομική πορεία της Ελλάδας, επικαλούμενος ανάπτυξη ταχύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αύξηση των ξένων επενδύσεων, μείωση του δημόσιου χρέους, ψηφιοποίηση και βελτίωση του κόστους δανεισμού. Παράλληλα, προανήγγειλε ότι η Ελλάδα, κατά την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027, θα επιδιώξει μια Ευρώπη «πιο ανταγωνιστική, πιο ασφαλή, πιο ικανή να υπερασπίζεται τον εαυτό της», προωθώντας παράλληλα ενεργειακά και έργα συνδεσιμότητας με τη Μέση Ανατολή, τον Κόλπο και τη Βόρεια Αφρική.

Κλείνοντας, ο Πρωθυπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη. Προειδοποίησε ότι η ανεξέλεγκτη ανάπτυξή της μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους που θα υπερβούν τα οφέλη, από απώλειες θέσεων εργασίας και συγκέντρωση πλούτου έως επιπτώσεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Απέρριψε ως «αφελή» την ιδέα της εθελοντικής αυτορρύθμισης των τεχνολογικών εταιρειών και ζήτησε αδειοδότηση των εταιρειών ΤΝ με συγκεκριμένες απαιτήσεις για τις ανθρώπινες αξίες, τη διαφάνεια και την ασφάλεια. Παραλληλίζοντας τη ρύθμιση της ΤΝ με εκείνη της πυρηνικής τεχνολογίας, υπογράμμισε: «Το ίδιο πρέπει να γίνει τώρα, και πρέπει να γίνει γρήγορα».