Της Ελένης Βατσινά*

Το εμπόριο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της οικονομικής και κοινωνικής ζωής των νησιών μας. Δεν είναι απλώς ένας κλάδος της οικονομίας. Είναι ο κρίκος που συνδέει την τοπική παραγωγή με τον τουρισμό και την κατανάλωση, στηρίζει την απασχόληση και κρατά ζωντανές τις νησιωτικές κοινωνίες καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα των θετικών τουριστικών επιδόσεων και των κυβερνητικών διακηρύξεων περί ανάπτυξης, η πραγματικότητα για χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι πολύ διαφορετική. Οι επιχειρήσεις των νησιών εξακολουθούν να λειτουργούν υπό δυσμενέστερους όρους, επωμιζόμενες ένα δυσανάλογο κόστος που σχετίζεται άμεσα με τη γεωγραφική τους θέση.

Το νησιωτικό εμπόριο διαθέτει δυναμική και ανθεκτικότητα. Εκείνο που εξακολουθεί να του λείπει είναι ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο στήριξης.

Η Κρήτη δεν μπορεί να αποτελεί εξαίρεση

Η επαναφορά των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ από την 1η Ιανουαρίου 2026 σε συγκεκριμένα νησιά αποτελεί μια εξέλιξη προς τη σωστή κατεύθυνση. Η εξαίρεση, όμως, της Κρήτης, των Κυκλάδων, του Ιονίου και της Ρόδου αναδεικνύει μια σοβαρή αντίφαση: Μπορούμε να μιλάμε για ολοκληρωμένη πολιτική νησιωτικότητας, όταν ορισμένες νησιωτικές περιοχές εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με διαφορετικά κριτήρια;

Η νησιωτικότητα δεν μπορεί να εφαρμόζεται αποσπασματικά ούτε να εξαντλείται σε επιλεκτικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται μια ενιαία στρατηγική, η οποία θα αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και θα διαμορφώνει πολιτικές με μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Η Κρήτη είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένας τόπος με ισχυρή παραγωγική βάση, σημαντική εμπορική δραστηριότητα και τεράστια τουριστική δυναμική. Μόνο στον Νομό Ηρακλείου δραστηριοποιούνται περισσότερες από 28.000 επιχειρήσεις, εκ των οποίων περίπου 10.000 ανήκουν στον εμπορικό κλάδο. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται οικογενειακές επιχειρήσεις, μικρά καταστήματα, επαγγελματίες και εργαζόμενοι που αγωνίζονται καθημερινά να διατηρήσουν ζωντανή την τοπική αγορά.

Οι άνθρωποι αυτοί δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν ίσους όρους ανταγωνισμού.

Το κόστος της νησιωτικότητας δεν μπορεί να το πληρώνουν μόνο οι επιχειρήσεις

Το αυξημένο μεταφορικό κόστος, η ακριβή ενέργεια, οι ακριβότερες μετακινήσεις, η δυσκολία πρόσβασης στη χρηματοδότηση και η έλλειψη εργαζομένων επιβαρύνουν καθημερινά τη λειτουργία των νησιωτικών επιχειρήσεων.

Μια επιχείρηση στην Κρήτη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να έχει τις ίδιες λειτουργικές συνθήκες με μια επιχείρηση στην ηπειρωτική Ελλάδα. Η μεταφορά των προϊόντων και η εφοδιαστική αλυσίδα δημιουργούν πρόσθετες επιβαρύνσεις, τις οποίες η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει και να αντισταθμίσει.

Γι' αυτό και επιμένουμε στην ουσιαστική αναμόρφωση του Μεταφορικού Ισοδυνάμου. Ένας θεσμός που δημιουργήθηκε για να περιορίσει τις γεωγραφικές ανισότητες δεν μπορεί να υπονομεύεται από ανεπαρκή χρηματοδότηση και πολυετείς καθυστερήσεις πληρωμών. Χρειάζεται επαρκείς πόρους, διαφάνεια και ένα αυτοματοποιημένο σύστημα απόδοσης των ενισχύσεων, ώστε η στήριξη να φτάνει εγκαίρως σε εκείνους που τη δικαιούνται.

Εξίσου αναγκαία είναι η φορολογική δικαιοσύνη. Δεν είναι δυνατόν μια εποχική επιχείρηση, που λειτουργεί με αυξημένη δραστηριότητα για λίγους μήνες, να αντιμετωπίζεται φορολογικά σαν να έχει την ίδια ένταση εργασιών και τα ίδια έσοδα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Χρειαζόμαστε ένα αναλογικότερο φορολογικό σύστημα, που θα λαμβάνει υπόψη την πραγματική οικονομική λειτουργία των επιχειρήσεων και θα τους επιτρέπει να σχεδιάζουν το μέλλον τους με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Το τοπικό εμπόριο είναι μέρος της αναπτυξιακής ταυτότητας των νησιών

Υπάρχει, όμως, και μια σημαντική ευκαιρία που δεν έχουμε αξιοποιήσει όσο θα μπορούσαμε: η σύνδεση του εμπορίου με την τοπική παραγωγή και τον τουρισμό.

Ο επισκέπτης που έρχεται στην Κρήτη δεν αναζητά μόνο διαμονή και εστίαση. Αναζητά τη γαστρονομία, τα τοπικά προϊόντα, την παράδοση και την αυθεντική εμπειρία της τοπικής αγοράς. Αυτή η σύνδεση μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετο εισόδημα για τις επιχειρήσεις και να ενισχύσει συνολικά την τοπική οικονομία.

Η προβολή των ελληνικών προϊόντων, η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και η ανάπτυξη του εμπορικού τουρισμού πρέπει να αποτελέσουν μέρος μιας συγκροτημένης αναπτυξιακής πολιτικής. Και σε αυτή την προσπάθεια έχουμε ένα ισχυρό πλεονέκτημα: το brand name Ελλάδα, που οφείλουμε να αξιοποιήσουμε πολύ περισσότερο.

Βεβαίως, ανάπτυξη χωρίς υποδομές δεν μπορεί να υπάρξει. Σύγχρονα λιμάνια, αξιόπιστες μεταφορές, αναβαθμισμένο οδικό δίκτυο και ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες Υγείας αποτελούν προϋποθέσεις για να παραμείνουν τα νησιά ανταγωνιστικά και βιώσιμα.

Η νησιωτικότητα πρέπει να γίνει πολιτική πράξη

Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της νησιωτικότητας δεν μπορεί να παραμένει μια γενική διακήρυξη. Πρέπει να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο και να διαπερνά κάθε νομοθετική πρωτοβουλία, κάθε φορολογική παρέμβαση και κάθε αναπτυξιακό σχεδιασμό.

Για εμάς στο ΠΑΣΟΚ, η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα δεν είναι ένας ακόμη αριθμός στους οικονομικούς δείκτες. Είναι βασικός πυλώνας κοινωνικής συνοχής, απασχόλησης και περιφερειακής ανάπτυξης.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να συντηρούμε τις επιχειρήσεις, ούτε να συντηρούν εκείνες ένα φορολογικό σύστημα που δεν αναγνωρίζει τις πραγματικές τους δυσκολίες. Είναι να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε να αναπτυχθούν, να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και να κρατήσουν τους νέους ανθρώπους στον τόπο τους.

Τα νησιά μας δεν είναι μόνο τουριστικοί προορισμοί. Είναι τόποι κατοικίας, εργασίας, παραγωγής και δημιουργίας. Και η στήριξή τους δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση. Είναι υποχρέωση της Πολιτείας και ζήτημα ισότιμης μεταχείρισης όλων των πολιτών.

Γιατί ανάπτυξη με άνισους όρους δεν είναι πραγματική ανάπτυξη. Και νησιωτικότητα χωρίς δικαιοσύνη είναι απλώς μια ακόμη ανεκπλήρωτη κυβερνητική υπόσχεση.
*Της Ελένης Βατσινά, βουλευτή Ηρακλείου & τομεάρχη Μικρομεσαίας Επιχειρηματικότητας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής