«Η επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης δεν κρίνεται μόνο από τα μεγαβάτ. Κρίνεται από το αν θα καταφέρουμε να προστατεύσουμε τον φυσικό πλούτο, την αναπτυξιακή προοπτική και την κοινωνική συνοχή των περιοχών που καλούνται να τη φιλοξενήσουν.» ανέφερε μεταξύ άλλων ο Δήμαρχος Μαλεβιζίου Μενέλαος Μποκέας εκφράζοντας την αντίθεση του, στη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Ο Δήμαρχος επισήμανε πως ο Δήμος Μαλεβιζίου αποτελεί έναν από τους Δήμους που εδώ και δεκαετίες φιλοξενεί κρίσιμες ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές εθνικής σημασίας και έχει συμβάλει καθοριστικά στην ενεργειακή επάρκεια του νησιού, προσθέτοντας πως η συμβολή αυτή, όμως, συνοδεύεται από σημαντικό περιβαλλοντικό, χωρικό και κοινωνικό κόστος, το οποίο ο νέος χωροταξικός σχεδιασμός οφείλει να αναγνωρίσει και να συνεκτιμήσει.
«Στην περιοχή μας λειτουργούν επί δεκαετίες μεγάλες ενεργειακές εγκαταστάσεις, δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και σημαντικές βιομηχανικές δραστηριότητες. Το ενεργειακό αποτύπωμα του Μαλεβιζίου είναι ήδη ιδιαίτερα βαρύ και αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί σε κανέναν νέο χωροταξικό σχεδιασμό. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι η φέρουσα ικανότητα ενός τόπου δεν μπορεί να υπολογίζεται αποκλειστικά με βάση τα χαρακτηριστικά του φυσικού περιβάλλοντος ή το αιολικό δυναμικό. Οφείλει να συνεκτιμά και το συνολικό ενεργειακό, περιβαλλοντικό και βιομηχανικό φορτίο που ήδη δέχεται μια περιοχή.» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Δήμαρχος Μαλεβιζίου Μενέλαος Μποκέας και ζήτησε :
- Την ρητή εξαίρεση των Δημοτικών Ενοτήτων Κρουσώνα και Τυλίσου από το χαρακτηρισμό τους ως Περιοχών Καταλληλότητας για την ανάπτυξη αιολικών εγκαταστάσεων, τονίζοντας ότι ήδη στη Δημοτική Ενότητα Κρουσώνα υφίσταται τέτοια εγκατάσταση και η περιοχή δε μπορεί να σηκώσει άλλο φορτίο, ενώ παράλληλα ήδη στη Δημοτική Ενότητα Τυλίσου βρίσκεται εγκατεστημένος ο Σταθμός Μετατροπής της Ενεργειακής Διασύνδεσης Κρήτης – Αττικής. Συν τοις άλλοις, πέραν των ήδη υφιστάμενων ενεργειακών υποδομών, πρόκειται για Δημοτικές Ενότητες για τις οποίες οφείλει να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι φέρουν προστατευόμενες περιοχές Natura, περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, εντάσσονται στο Γεωπάρκο Ουνέσκο του Ψηλορείτη και περιλαμβάνουν σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους.
- Να συνεκτιμάται υποχρεωτικά το συνολικό ενεργειακό και βιομηχανικό αποτύπωμα κάθε περιοχής, και να αξιολογούνται ουσιαστικά οι σωρευτικές επιπτώσεις όλων των υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων υποδομών. Το Μαλεβίζι δεν αποτελεί έναν κενό χώρο προς αξιοποίηση. Είναι ένας τόπος με μοναδικό φυσικό κεφάλαιο, ισχυρή τουριστική οικονομία, πρωτογενή παραγωγή, σημαντική πολιτιστική κληρονομιά και ευαίσθητα οικοσυστήματα. Ο σχεδιασμός για τις ΑΠΕ οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα αυτά τα χαρακτηριστικά και όχι μόνο το διαθέσιμο αιολικό δυναμικό.
- Να ενισχυθεί ουσιαστικά ο ρόλος της αυτοδιοίκησης. Να δοθεί ουσιαστικός θεσμικός ρόλος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση κατά τη διαμόρφωση και την αναθεώρηση του χωροταξικού σχεδιασμού. Οι Δήμοι δεν μπορεί να καλούνται απλώς να διατυπώσουν γνώμη όταν οι βασικές χωροταξικές επιλογές έχουν ήδη διαμορφωθεί. Η εμπειρία και η γνώση των τοπικών κοινωνιών αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για έναν πραγματικά βιώσιμο σχεδιασμό.
- Να προβλεφθεί ρητά ότι τα νέα Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια, μετά την έγκρισή τους, θα υπερισχύουν ως προς την εξειδίκευση της χωροθέτησης των έργων Α.Π.Ε., ώστε οι περιοχές καταλληλότητας του Ειδικού Χωροταξικού να αναπροσαρμόζονται σύμφωνα με τις προβλέψεις τους.
- Να προβλεφθεί ειδική μέριμνα για περιοχές που ήδη φιλοξενούν συγκεντρώσεις ενεργειακών και βιομηχανικών υποδομών εθνικής σημασίας, ώστε κατά τον σχεδιασμό νέων έργων να εφαρμόζεται η αρχή της δίκαιης κατανομής των ενεργειακών βαρών και να αποφεύγεται η περαιτέρω συσσώρευση υποδομών στις ίδιες περιοχές.
- Να αναγνωρισθεί θεσμικά και να διασφαλισθεί για τον Δήμο Μαλεβιζίου επαρκής "Ενεργειακός Χώρος", ώστε να μπορεί να αναπτύξει έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την κάλυψη των ιδίων ενεργειακών αναγκών του (ύδρευση, άρδευση, δημοτικός φωτισμός, σχολικές και λοιπές δημοτικές εγκαταστάσεις), συμβάλλοντας στη μείωση του ενεργειακού κόστους, στην ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας της τοπικής αυτοδιοίκησης και στην έμπρακτη ανταπόδοση προς μία περιοχή που επί δεκαετίες σηκώνει δυσανάλογο ενεργειακό και περιβαλλοντικό βάρος για την εξυπηρέτηση εθνικών αναγκών.