Το Εθνικό Σύστημα Υγείας βρίσκεται σε οριακό σημείο αντοχής και αυτό δεν αποτελεί πλέον μια γενική διαπίστωση ειδικών ή μια μακρινή εικόνα από κεντρικά νοσοκομεία. Είναι μια πραγματικότητα που τη βιώνουν καθημερινά οι τοπικές κοινωνίες, μέσα από τα νοσοκομεία, τα Κέντρα Υγείας και τα ιατρεία που πασχίζουν να ανταποκριθούν με περιορισμένα μέσα.

Οι ελλείψεις προσωπικού είναι πλέον εμφανείς παντού. Κλινικές λειτουργούν με λιγότερους γιατρούς και νοσηλευτές από όσους απαιτούνται, εφημερίες καλύπτονται οριακά και εργαζόμενοι καλούνται να «μπαλώνουν» κενά με συνεχόμενες υπερωρίες. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε πολύωρες αναμονές, ταλαιπωρία για τους ασθενείς και αυξημένη πίεση σε όσους εξακολουθούν να κρατούν το σύστημα όρθιο.

Ιδιαίτερα στις μικρότερες πόλεις και στις αγροτικές περιοχές, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Όταν ένα τμήμα υπολειτουργεί ή όταν λείπει βασική ειδικότητα, οι πολίτες αναγκάζονται να μετακινηθούν σε άλλα νοσοκομεία ή να απευθυνθούν στον ιδιωτικό τομέα, με σημαντικό οικονομικό κόστος. Η πρόσβαση στην υγεία, όμως, δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από τον τόπο κατοικίας.

Σημαντικό μέρος του προβλήματος είναι και η αδυναμία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας. Η έλλειψη επαρκούς στελέχωσης σε Κέντρα Υγείας και περιφερειακά ιατρεία οδηγεί μεγάλο αριθμό πολιτών στα Τμήματα Επειγόντων, ακόμη και για περιστατικά που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν νωρίτερα και πιο απλά. Έτσι, τα ήδη επιβαρυμένα νοσοκομεία καλούνται να διαχειριστούν όγκο που ξεπερνά τις δυνατότητές τους.

Η πανδημία άφησε πίσω της ένα σύστημα πιο κουρασμένο από ποτέ. Αναβληθέντα χειρουργεία, καθυστερημένες διαγνώσεις και συσσωρευμένες ανάγκες φροντίδας επιβαρύνουν σήμερα τη λειτουργία του ΕΣΥ, χωρίς να έχουν δοθεί οι απαραίτητες μόνιμες λύσεις. Οι παρεμβάσεις παραμένουν αποσπασματικές, ενώ τα προβλήματα επανεμφανίζονται με μεγαλύτερη ένταση.

Όσο το δημόσιο σύστημα υγείας αποδυναμώνεται, τόσο περισσότεροι πολίτες στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα από ανάγκη και όχι από επιλογή. Αυτό δημιουργεί νέες ανισότητες και βαθαίνει το χάσμα μεταξύ όσων μπορούν να πληρώσουν και όσων δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Η κατάσταση του ΕΣΥ δεν είναι απλώς ένα θέμα κεντρικής πολιτικής. Είναι ζήτημα που αφορά άμεσα τις τοπικές κοινωνίες και την ποιότητα ζωής των κατοίκων τους. Η ενίσχυση των τοπικών νοσοκομείων και της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας, η στήριξη των υγειονομικών και ένας σοβαρός σχεδιασμός με βάση τις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής δεν αποτελούν πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να μη μετατραπεί η υγεία σε καθημερινό άγχος για τους πολίτες.